1. Μετάβαση στο περιεχόμενο
  2. Μετάβαση στο κύριο μενού
  3. Μετάβαση σε περισσότερους ιστοτόπους της DW
Κινηματογράφος

Αγία Έμυ, Σμύρνη και διαμάντια του ελληνικού σινεμά 

5 Απριλίου 2022

Ανανεωμένο, με πλούσιο πρόγραμμα, παλιές και νέες παρουσίες της ελληνικής κινηματογραφίας το φετινό Greek Film Festival in Berlin. Βραβείο για την «Αγία Έμυ» της Αρασέλης Λαιμού.

Τhe Greek Film Festival in Berlin | Holy Εmy
Αγία Έμυ (Holy Emy) της Αρασέλης ΛαιμούΕικόνα: Dimitra Kyranoudi/DW

Ουρές στην είσοδο, πολύχρωμα προγράμματα, συζητήσεις, ποκπόρν, κατάμεστες αίθουσες, «3,2,1» ταινία. Παλιές φεστιβαλικές εποχές, προ πανδημίας, θύμιζε αυτές τις μέρες ο ιστορικός κινηματογράφος Babylon του Βερολίνου, με θεατές από διαφορετικές χώρες και μια επιλογή ταινιών από ποικίλα κινηματογραφική είδη, στιλ, σχολές. Από εναλλακτικό κινηματογράφο μέχρι πιο εμπορικές ταινίες, ντοκιμαντέρ, ταινίες μικρού μήκους, animation και μια υπερπαραγωγή χολιγουντιανού μεγέθους.

«Χαίρομαι γιατί ο κόσμος τελικά ήρθε στο φεστιβάλ. Οι αίθουσες ήταν γεμάτες, οι ταινίες καλές, πολλές και διαφορετικές. Αυτό αρκεί» ανέφερε στην DW η διευθύντρια του Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου Βερολίνου, Σοφία Σταυριανίδου.

Η απονομή του Emerging Greek Awards στην ταινία «Holy Emy»Εικόνα: Dimitra Kyranoudi/DW

Το βραβείο Emerging Greek Awards απονεμήθηκε στην «Αγία Έμυ» (Ηοly Emy) της Αρασέλης Λαιμού, η οποία δυστυχώς δεν ήταν παρούσα στην απονομή. Η φεστιβαλική επιτροπή πάντως εξήρε την ταινία, η οποία πραγματεύεται την ιστορία δύο αδερφών από τις Φιλιππίνες που ζουν στην Αθήνα. Πρόκειται για μια ταινία που ξαφνιάζει, συγκεράζοντας στοιχεία του λεγόμενου Greek Weird Wave («Κυνόδοντας», «Αστακός», «Attenberg» κλπ) με ένα νέο μυστικισμό, σύγχρονα στοιχεία horror movie με έντονες κοινωνικές αναφορές.

Σε μια περίοδο όπου το Βερολίνο αλλά και το φεστιβάλ προσπαθούν να βρουν νέο βηματισμό μετά από δύο χρόνια πανδημίας και με τον πόλεμο στην κοντινή Ουκρανία να επισκιάζει τα πάντα, αξίζει μια ματιά σε μερικές από τις ταινίες που είδαμε και ξεχωρίσαμε.

«Σμύρνη μου αγαπημένη», η ελληνική υπερπαραγωγή 

«Σμύρνη μου αγαπημένη» στο ΒερολίνοΕικόνα: Dimitra Kyranoudi/DW

Πολλά μπορούν να ειπωθούν για τις σκηνοθετικές και ερμηνευτικές  πτυχές της ταινίας «Σμύρνη μου αγαπημένη» σε σύλληψη και σενάριο Μιμής Ντενίση και σκηνοθεσία Γιώργου Καραντινάκη. Κανείς όμως δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η ακριβότερη παραγωγή στα ελληνικά κινηματογραφικά χρονικά (κόστισε γύρω στα 5 εκατομμύρια ευρώ) δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από ιστορικά δράματα του διεθνούς σινεμά.

Πλούσια παραγωγή, καλοδουλεμένα σκηνικά και κοστούμια, πειστικές σε μεγάλο βαθμό ερμηνείες κι ένα απλό αλλά όχι απλοϊκό σενάριο, που αποτυπώνει τον όλεθρο της Μικρασιατικής Καταστροφής μέσα από τα μάτια της «Φιλιώς», προσεγγίζοντας και το ζήτημα των ελληνικών ευθυνών, τον μεγαλοϊδεατισμό και καιροσκοπισμό της Αθήνας, που τη δύσκολη στιγμή εγκατέλειψε την κοσμοπολίτικη Σμύρνη στο έλεος του κεμαλικού στρατού. «Με αυτή την ταινία δεν ήθελα να πω μόνο την ιστορία της Σμύρνης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι καθένας μας μπορεί να γίνει πρόσφυγας οποιαδήποτε στιγμή της ζωής του» ανέφερε η Μιμή Ντενίση στο Βερολίνο. «Αλλά και ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται», συμπλήρωσε η ηθοποιός Ταμίλα Κουλίεβα, ρωσικής καταγωγής, με φόντο τον πόλεμο στην Ουκρανία. «Η τέχνη και το σινεμά ενώνουν τους ανθρώπους».

Στον κινηματογράφο Kino Βabylon του ΒερολίνουΕικόνα: Dimitra Kyranoudi/DW

Σύγχρονη ελληνόφωνη κινηματογραφία -  Όαση μέσα σε κρίσεις 

Δυναμική επιστροφή στις σκοτεινές αίθουσες

Πέρα από τη μεγάλη αυτή παραγωγή, που αποτελεί εξαίρεση για τα οικονομικά δεδομένα της ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής, το μεγάλο ίσως ατού του φετινού φεστιβάλ ήταν τα κρυμμένα διαμάντια. Ταινίες που ξεπρόβαλαν με μικρά μπάτζετ, κάτω από δύσκολες συνθήκες μέσα στην πανδημία, φωτίζοντας άγνωστες ή σκοτεινές πλευρές της κοινωνίας.

Όπως το «.dog» της Γιάννας Αμερικάνου, μια κυπριακή ταινία για την ενηλικίωση, την οικογενειακή ευτυχία και τη σχέση γονιού-παιδιού. Ή το «18» του Βασίλη Δούβλη. «Μια ταινία για τη ρατσιστιβή βία, τον φασισμό, τον εκφοβισμό στα ελληνικά σχολεία» όπως είπε ο ίδιος στην DW. «Μια ταινία χαμηλού κόστους, που γυρίστηκε μέσα στην πανδημία και προσαρμόστηκε στην πραγματικότητά της. Γυρίστηκε αναγκαστικά με ντοκιμαντερίστικο τρόπο, με λιτό κείμενο και μια κάμερα στο χέρι». Μια ενδιαφέρουσα απόπειρα προσέγγισης της ψυχής θυμάτων και θυτών, αποτυπώνοντας βαθιά, δομικά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας.

Οι «Πικροδάφνες» της Συγγρού και η Αθήνα που χάθηκε 

Συζήτηση με την Πάολα Ρεβενιώτη μετά την προβολή του ντοκιμαντέρ της «Πικροδάφνες»Εικόνα: Dimitra Kyranoudi/DW

Στα «highlight» του Φεστιβάλ συγκαταλέγεται σίγουρα το ντοκιμαντέρ «Πικροδάφνες» (Οleanders) της Πάολας Ρεβενιώτη, η οποία ήταν παρούσα και σε μια ζωηρή συζήτηση με το κοινό, με γέλιο αλλά και σκληρές αλήθειες. Μια ταινία για τον πάλαι ποτέ δρόμο με τις πικροδάφνες, τη Λεωφόρο Συγγρού, την πιάτσα για πολλές τρανς γυναίκες επί δεκαετίες. Γυρισμένο μέσα σε ένα βράδυ, τρεις τρανς εργαζόμενες του σεξ (Πάολα Ρεβενιώτη, Εύα Κουμαριανού, Μπέτυ Βακαλίδου) ζωντανεύουν σε πρώτο πρόσωπο και σκωπτικό χιούμορ ιστορίες της αθηναϊκής νύχτας αλλά και περιστατικά αστυνομικής βίας, ρατσισμού και ομοφοβίας. Κι όλα αυτά με φόντο μια μεταμεσονύκτια Αθήνα που έχει πια χαθεί. Οι πικροδάφνες της Συγγρού δεν υπάρχουν πια. Στη θέση τους υψώνονται πλέον μουσεία και εμβληματικοί χώροι πολιτισμού και οι ίδιες γίνονται πια βιβλία και ντοκιμαντέρ για διεθνή φεστιβάλ. 

Το ντοκιμαντέρ «Invisible» της Μαριάνας Κακαουνάκη για τους μηχανισμούς καταστολής του ερντογανικού καθεστώτος αλλά και οι «Tilos Weddings» για τους πρώτους ομοφυλοφυλικούς γάμους στην Ελλάδα είναι τέλος δύο ακόμη must-see για τους λάτρεις και μη του ντοκιμαντέρ.

*Το 7ο Greek Film Festival in Berlin από 30 Μαρτίου έως τις 3 Απριλίου 2022 διοργανώθηκε υπό την Αιγίδα του υπ. Πολιτισμού, των Πρεσβειών Ελλάδας και Κύπρου, του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, των Ινστιτούτων Goethe και SchwarzMεταξύ των χορηγών επικοινωνίας και η Deutsche Welle.

Δήμητρα Κυρανούδη, Βερολίνο 

Παράλειψη επόμενης ενότητας Κύριο θέμα της DW

Κύριο θέμα της DW

Παράλειψη επόμενης ενότητας Περισσότερα άρθρα από την DW